Κάθε φορά που έχω να κάνω κάτι το πρωί, το προηγούμενο βράδυ γύρω στις 8 αρχίζω και πέφτω ψυχολογικά. Μέχρι τις 12 έχω καταφέρει συνήθως να πάθω πλήρη κατάθλιψη. Βλέπεις, έχω μια ιδιορρυθμία στις ώρες του ύπνου μου, that is, όταν λέω θα κοιμηθώ νωρίς, εννοώ γύρω στις 3. Και όταν λέω θα σηκωθώ νωρίς, εννοώ 12. Τώρα λοιπόν που αύριο πρέπει να σηκωθώ 8.30 νιώθω κάτι βαρύ να πλανάται γύρω μου. 8.30 είναι μια βάρβαρη ώρα. Ένα άλλο πράγμα που επίσης κάνω συνήθως, είναι όταν έχω να κάνω κάτι πρωί, δε βγαίνω από το σπίτι μου την προηγουμένη το βράδυ. Την Τετάρτη έκανα την πρωτοτυπία και όχι μόνο βγήκα, αλλά δε γύρισα και ούλτρα νωρίς, ούτε και αγχώθηκα. Πρωτοφανές. Κάθε φορά που συμβαίνει να μην έχω ενδείξεις άγχους συγκινούμαι. Καταπληκτική φάση.
Ξέρεις, είμαι πολύ απασχολημένη να αγχώνομαι με κάτι τέτοια θέματα, όπως αυτό του ύπνου. Εδώ και 2 χρόνια περνάω μια δύσκολη φάση στην οποία παθαίνω διάφορες εμμονές τις οποίες εδώ και λίγο καιρό έχω αρχίσει να ξεδιαλύνω κάπως. Η αρρωστοφοβία μου ας πούμε έχει σχεδόν φύγει. Πίστεψέ με, μεγάλη πρόοδος αυτή για μένα. Από τότε που έκοψα το κάπνισμα σχεδόν αποχώρησε μπαμ μπαμ ο φόβος (btw είμαι 2 μήνες και μία εβδομάδα άκαπνη, yay me, και ειλικρινά δε μου λείπει καθόλου αυτή η μιζέρια του τσιγάρου). Ενδιαφέρουσα σύνδεση θα είχε δημιουργηθεί στο μυαλό μου. Βασικά όταν αρρώσταινα όντας καπνίστρια, δε μου’ φτανε η αρρώστια μου είχα να σκέφτομαι και ότι δεν μπορώ να καπνίσω. Τώρα δε στερούμαι κάτι. Ξέρω επίσης ότι ειλικρινά είναι πανδύσκολο να τα ελέγξεις όλα -πανδύσκολο είπα; διορθώνω, ακατόρθωτο εννοούσα- και αρχίζω να είμαι οκ με αυτό. Αρχίζω είπα, μη βιάζεσαι.
Γυρνώντας στην Τετάρτη, την οποία πέρασα με τη γλυκιά Λυδία, θέλω να πω ότι πέρασα πανέμορφα, ότι γέλασα πολύ και αρχίζω να γνωρίζω έναν ενδιαφέροντα άνθρωπο κι όλο αυτό με γεμίζει- ναι, ζήλεψε τώρα εσύ που δεν την ξέρεις.
Την επομένη πήγα στο ΚΑΤ, όπου πέρασα 4 ώρες όρθια περιμένοντας να πάρουν τον μπαμπά μου στο χειρουργείο, μαζί με όλους όσοι περίμεναν να εγχειριστούν και θέλω να καταγγείλω ότι οι μαλάκες ούτε μια καρέκλα δεν έχουν, ούτε ένα ραντεβού δεν μπορούν να κλείσουν (είχαν πει σε όλους την ίδια ώρα), ούτε έναν τοίχο βαμμένο (καλά τι περίμενα κι εγώ ε;) και γενικά δεν έχω πάει κάπου που να μην επιβεβαιώνεται ότι τίποτα δε λειτουργεί σε αυτή τη χώρα. Μάλιστα, πάνε όλα τόσο χάλια που λέμε ευχαριστώ σε όποιον κάνει το αυτονόητο. Εκεί έχουμε καταντήσει.
Και τώρα που είπα για αυτονόητο μου ήρθε στο μυαλό ότι στο kitchen bar ο σερβιτόρος ήταν απαράδεκτα αγενής πριν καν δει το μοχθηρό μου πρόσωπο. Επίσης τα πιάτα τους είναι too much presentation και γενικά οι πολλές οι φανφάρες δεν είναι του στυλ μου, αλλά μου άρεσε που γενικά το όλο μέρος, απέπνεε κάτι neat και προσεγμένο. Επίσης, ντάξει highlight της βραδιάς, παρήγγειλα chicken fingers, μου φέρανε finger food, στο οποίο μάταια έψαχνα ένα ίχνος κοτόπουλου, ώσπου καταλάβαμε ότι από γαρίδες full το πιάτο, αλλά από κοτοπουλάκι γιοκ και μας το άλλαξαν. Όσο και να στο περιγράψω δεν μπορείς να πιάσεις τη γελοιότητα του live scene.
Όλα αυτά που ο αγαπητός Κάφκα περιγράφει στη Δίκη, θα μπορούσαν άνετα να συμβαίνουν στην Ελλάδα. Είμαστε μια καφκική χώρα, πώς να το κάνουμε. Όλο αυτό το θέατρο του παραλόγου εμάς έχει γίνει πια η πραγματικότητά μας και μάλιστα συνεισφέρουμε όλοι το κομματάκι μας. Τώρα που θυμήθηκα τον βασανισμένο Κάφκα και αυτό το αριστούργημα που έγραψε τότε, θέλω να ευχαριστήσω από την καρδιά μου τον φίλο του τον Μαξ τον Μπροντ, που το εξέδωσε και η ανθρωπότητα μπορεί να ανατρέχει σε αυτό όποτε θέλει. Μα βρε Κάφκα κι εσύ λίγη αυτοκριτική σωστή δεν έκανες. Anyway, σε αυτό το βιβλίο είναι εμφανής η δύναμη της εξουσίας, αυτής που δίνει την αίσθηση στον κάθε πολίτη ότι όλα είναι πιο δυνατά απ’ αυτόν και ότι όσο και να αντισταθούμε άκρη δε θα βγάλουμε. Παρασυρόμαστε, χάνουμε τα δικαιώματά μας, και τελικά πεθαίνουμε χωρίς να καταφέρουμε κάτι. Η κοινωνία παντού και πάντα, αλλά ταυτοχρόνως πουθενά, σαν το δικαστήριο και τους νόμους. Είναι σα να παρακολουθούμε μία μείξη του ονειρικού με το ρεαλιστικό. Εντελώς υπαρξιακός ο Κάφκα, μας θυμίζει το “ρίξιμο” στον κόσμο. Ο ήρωας δεν μπορεί να ξεφύγει ούτε της αγωνίας ούτε των ενοχών που νιώθει – είναι άραγε στη φύση μας ή οι καταστάσεις μας κάνουν έτσι;- υπαρξιακών και μη. Στο τέλος, χωρίς αντίσταση, άσε, μην πω τι γίνεται και στο χαλάσω σε περίπτωση που θελήσεις να το διαβάσεις, αλλά με λίγα λόγια κάτι θίγει για την αξιοπρέπεια, που γενικά, πολύ τον απασχολούσε. Διάβασέ το, αξίζει.
Εχμ, λίγο περίεργο αυτό το post, αλλά τι να κάνω συνέβη.
