Θέλω να γράψω για μένα και για σένα,
για τα παιδιά που ζούνε μέσα στο σκοτάδι,
όχι γιατί δε γινόταν αλλιώς, αλλά γιατί αυτό διάλεξαν.
Δεν είναι ότι τους αρέσει το σκοτάδι,
μα δεν τους αρέσει το εύκολο φως.
Θέλω να γράψω, μα το στυλό μου πάγωσε.
Καταραμένα μελάνια, τα ίχνη σας τόσο μπλε
όσο και ο ουρανός όταν θυμώνει.
Σαν το πρόσωπό σου, που όταν γίνεσαι κακιά
είναι μοβ και μετά γίνεται κόκκινο
και μετά είσαι τόσο κακιά που δεν προσέχω το χρώμα σου.
Εξάλλου, όλα τα χρώματα ξεθωριάζουν.
Αυτό που μένει είναι κάτι θολά συναισθήματα
κι αυτά τα ηλίθια τα μελάνια.
Και οι άνθρωποι.
Παραλίγο να τους ξεχάσω.
Αυτοί κι αν μένουν.
Μένουν και κοιτάνε, μένουν και ξεχνάνε,
μένουν και απορούν.